Η συμπλήρωση επτά ετών από την ανάληψη των ηνίων της χώρας από τη Νέα Δημοκρατία, αναμφίβολα αποτελεί πρόσφορο χρονικό ορόσημο για την αναδρομική αξιολόγηση της διακυβέρνησης της χώρας τη τελευταία δεκαετία.

Έτσι, στον Σφυγμό Ιουλίου της Prorata που δημοσιεύει η «Εφημερίδα των Συντακτών», διερευνάται συστηματικά ο τρόπος με τον οποίο οι πολίτες αποτιμούν την περίοδο διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ και τη σημερινή της Νέας Δημοκρατίας υπό τον πρωθυπουργό, Κυριάκο Μητσοτάκη.

Η εν λόγω αξιολόγηση λαμβάνει χώρα σε ένα περιβάλλον έντονης κοινωνικής δυσαρέσκειας, η οποία αγκαλιάζει περίπου τα 2/3 της κοινωνίας που εκτιμούν πως η χώρα κινείται προς τη λανθασμένη κατεύθυνση, με το περιεχόμενο της δυσαρέσκειας να αφορά πρωτίστως την ακρίβεια και το κόστος ζωής, τα ζητήματα διαφθοράς, τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει το ΕΣΥ και τα εργασιακά.


Και είναι αυτές τελικά και οι προτεραιότητες που συγκροτούν το ερμηνευτικό πλαίσιο μέσα από το οποίο οι πολίτες αξιολογούν τις κυβερνητικές επιδόσεις της τελευταίας δεκαετίας.

Έτσι, η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας καταγράφει σαφώς θετικότερες αξιολογήσεις σε πεδία, όπως η εξωτερική πολιτική και η άμυνα, η δημόσια ασφάλεια και η μεταναστευτική πολιτική, ενώ αντίθετα, η περίοδος διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ αξιολογείται ευνοϊκότερα σε ζητήματα που συνδέονται με πιο άμεσα προτεραιότητες, όπως η αντιμετώπιση της ακρίβειας και η καταπολέμηση της διαφθοράς (37% έναντι 20% έναντι της διακυβέρνησης της ΝΔ).

Την ίδια στιγμή, σε άλλα, επίσης ψηλά στην ιεράρχιση των πολιτών πεδία, όπως η Υγεία, η Παιδεία και η εργασία, κυριαρχεί η άποψη ότι οι δύο κυβερνήσεις είχαν περίπου τις ίδιες επιδόσεις.

Και τούτη η ασυμμετρία μεταξύ θεματικής υπεροχής και κοινωνικής σημαντικότητας αποτελεί στοιχείο – κλειδί για την κατανόηση των ευρημάτων, διότι η Νέα Δημοκρατία εμφανίζει συγκριτικό πλεονέκτημα σε σαφώς περισσότερους τομείς, ενώ αυτοί στους οποίους η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα αξιολογείται θετικότερα αντιστοιχούν σε ποσοτικά λίγες μεν, αλλά κοινωνικά πρώτης γραμμής, δε, ανησυχίες.

Κληθέντες να συγκρίνουν τις δύο περιόδους, οι πολίτες εμφανίζονται ουσιαστικά διχασμένοι:

Περίπου το 1/3 θεωρεί ότι καλύτερα τα κατάφερε η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, μια ίσου μεγέθους μερίδα η σημερινή κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας, και τέλος, ένας οριακά μεγαλύτερος όγκος πολιτών (36%) εκτιμάει ότι καμία κυβέρνηση δεν ανταποκρίθηκε ικανοποιητικά στις απαιτήσεις της εποχής της.

Σε συνάφεια με τα παραπάνω, το συγκεκριμένο εύρημα συνοψίζει εύγλωττα την βασική τάση που διατρέχει οριζόντια την έρευνα:

Η πάροδος του χρόνου οδηγεί μεν σε μια σημαντική αναθεώρηση της αξιολόγησης των δύο κυβερνητικών κύκλων, χωρίς ωστόσο, κάποιος από τους δύο να συγκινεί πλειοψηφικά την κοινωνία.

Σε ό,τι αφορά τον δείκτη εμπιστοσύνης για την πρωθυπουργία της χώρας, περίπου ένας στους πέντε (21%) δηλώνει ότι δεν εμπιστεύεται κάποιον από τους πολιτικούς αρχηγούς για τον πρωθυπουργικό θώκο, στοιχείο που αναδεικνύει την πολιτική αποστασιοποίηση μερίδων της κοινωνίας.

Εντός αυτού του πλαισίου, ο πρωθυπουργός συγκεντρώνει τις περισσότερες προτιμήσεις (28%), ενώ ακολουθεί δεύτερος, ο Αλέξης Τσίπρας με 18% και με σημαντική απόσταση η Μαρία Καρυστιανού (6%), ο Νίκος Ανδρουλάκης και ο Κυριάκος Βελόπουλος.

Ως προς την εκλογική επιρροή των κομμάτων, η ΝΔ διατηρεί την πρώτη θέση στην πρόθεση ψήφου με 25%, ενώ στη δεύτερη εδραιώνεται η ΕΛΑΣ με 15,5%, ενισχυμένη σε σχέση με την προηγούμενη καταγραφή.

Το ΠΑΣΟΚ παραμένει στο 8,5%, ενώ για την Ελπίδα για Δημοκρατία ανιχνεύεται αντίστοιχη διείσδυση, με μικρή, όμως, υποχώρηση σε σχέση με τον Σφυγμό Ιουνίου. Ακολουθούν η Ελληνική Λύση με 7%, το ΚΚΕ με 5,5%, η Φωνή Λογικής με 4%, η Πλεύση Ελευθερίας με 3,5% και το ΜέΡΑ25 με 3%.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον, τέλος, παρουσιάζει και η κατανομή της ψήφου μεταξύ των διαφόρων κατηγοριών που αφορούν την απασχόληση, όπως ο τομέας της μισθωτής εργασίας (δημόσιος ή ιδιωτικός) ή αν είναι κανείς ελεύθερος επαγγελματίας, συνταξιούχος ή οικιακά απασχολούμενος.

Έτσι, μεταξύ των ελεύθερων επαγγελματιών, στους οποίους η Νέα Δημοκρατία είχε πετύχει εντυπωσιακή στήριξη κατά τις βουλευτικές εκλογές του 2023, η σημερινή της διείσδυση περιορίζεται στο 23%, διατηρώντας ωστόσο την ίδια στιγμή σημαντική επιρροή (35%) σε μια άλλη, πολυπληθή και επομένως κρίσιμη κατηγορία εκλογέων, αυτή των συνταξιούχων και των οικιακά απασχολούμενων ατόμων.

Συμπληρωματικά, σε σχετικά χαμηλές πτήσεις δείχνει να κινείται μεταξύ των μισθωτών δημοσίου και ιδιωτικού τομέα, καταγράφοντας επιρροή της τάξης του 20% – 22% στις συγκεκριμένες κατηγορίες.

Από την άλλη πλευρά, αρκετά πάνω από την συνολική της επιρροή καταγράφεται η διείσδυση της ΕΛΑΣ μεταξύ των μισθωτών δημοσίου τομέα (20%) και αρκετά κάτω από αυτήν μεταξύ των συνταξιούχων και των οικιακά απασχολούμενων ατόμων (11%).